Ο τελικός Κυπέλλου της 29ης Μαΐου διεξήχθη παρουσία χιλιάδων φιλάθλων, εκατοντάδων παιδιών, επισήμων και του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Και όμως, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Αθλητικού Δικαστή, καταγράφηκαν πυρσοί, κροτίδες, ρίψη αντικειμένων, χρήση λέιζερ και περιστατικά ρατσιστικής συμπεριφοράς.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι συνέβη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι συνέβη μετά.
Και η απάντηση είναι απλή:
Σχεδόν τίποτα.
Τι σημαίνει τελικά υποτροπή;
Κατά τη διάρκεια της φετινής αγωνιστικής περιόδου ο Απόλλωνας βρέθηκε επανειλημμένα ενώπιον του Αθλητικού Δικαστή για παρόμοια περιστατικά.
Όχι μία φορά.
Όχι δύο.
Αλλά επανειλημμένα.
Και εδώ γεννάται ένα ερώτημα που αφορά τον ίδιο τον θεσμό.
Αν μια ομάδα επιστρέφει ξανά και ξανά για τα ίδια ή παρόμοια αδικήματα, τότε ποια ακριβώς είναι η έννοια της υποτροπής;
Διότι σε κάθε σοβαρό νομικό και πειθαρχικό σύστημα η υποτροπή αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα.
Στο κυπριακό ποδόσφαιρο φαίνεται να αποτελεί απλώς μία στατιστική καταγραφή.
Όταν οι ποινές δεν αλλάζουν συμπεριφορές
Ας το πούμε καθαρά.
Αν μετά από τόσες αποφάσεις τα ίδια περιστατικά συνεχίζονται, τότε οι ποινές δεν λειτουργούν αποτρεπτικά.
Και αν δεν λειτουργούν αποτρεπτικά, τότε δεν επιτελούν τον βασικό τους σκοπό.
Ο Αθλητικός Δικαστής μπορεί να θεωρεί ότι ολοκλήρωσε το έργο του.
Η κοινωνία όμως δικαιούται να αναρωτηθεί αν το έργο αυτό παράγει αποτέλεσμα.
Γιατί το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπουμε στις κερκίδες.
Όχι αυτό που γράφεται στις αποφάσεις.
Η αυστηρότερη ποινή θα προστάτευε τον ίδιο τον Απόλλωνα
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη παρεξήγηση.
Μια αυστηρότερη ποινή δεν θα ήταν επίθεση στον Απόλλωνα.
Θα ήταν προστασία του Απόλλωνα.
Διότι μόνο όταν μια ομάδα αντιμετωπίζει πραγματικές συνέπειες αναγκάζεται να απομονώσει αυτούς που την εκθέτουν.
Μόνο τότε οι χιλιάδες υγιείς φίλαθλοι απαιτούν να βγουν εκτός γηπέδων οι λίγοι που δημιουργούν προβλήματα.
Μόνο τότε οι ομάδες αποκτούν πραγματικό κίνητρο να συγκρουστούν με ακραία στοιχεία.
Αυτό συνέβη παντού στην Ευρώπη.
Δεν καθάρισαν τα γήπεδα επειδή κάποιοι πλήρωσαν πρόστιμα.
Καθάρισαν όταν οι ίδιοι οι σύλλογοι αναγκάστηκαν να επιλέξουν ανάμεσα στους ταραξίες και στο μέλλον τους.
Ένα ερώτημα προς την ΚΟΠ
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Τι ακριβώς θέλει η ΚΟΠ;
Να εκδίδει αποφάσεις ή να λύνει προβλήματα;
Διότι αν ο στόχος είναι η πρόληψη, τότε τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι κάτι δεν λειτουργεί.
Αν ο στόχος είναι η προστασία του ποδοσφαίρου, τότε η ανοχή στην υποτροπή δεν προστατεύει κανέναν.
Ούτε τις ομάδες.
Ούτε τους φιλάθλους.
Ούτε το ίδιο το άθλημα.
Ένα ερώτημα προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση
Είδαν τα γεγονότα.
Άκουσαν τις αποφάσεις.
Γνωρίζουν το πρόβλημα.
Πώς ακριβώς φαντάζονται το μέλλον του κυπριακού αθλητισμού;
Ως χώρο για παιδιά και οικογένειες;
Ή ως χώρο όπου κάθε μεγάλος αγώνας θα συνοδεύεται από επεισόδια, αστυνομικούς και την βεβαιότητα ότι λίγες μέρες αργότερα θα ανακοινωθεί ακόμη ένα πρόστιμο;
Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι συνέβησαν τα περιστατικά.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι μετά από όλα αυτά, κανείς δεν φαίνεται να ανησυχεί αρκετά ώστε να αλλάξει κάτι.
Όταν η υποτροπή δεν έχει συνέπειες, δεν τιμωρείται η παραβατικότητα. Επιβραβεύεται.
Ο ΑΛΟΥΠΟΣ






